Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ ΚΡΗΣ


Το όνομα του βλέμματός τους
καθορίζει την παρουσία των
ασαφών ορίων. Τη μελαγχολία
του χαμένου παιχνιδιού ή τα
δεσμά μιας αποτρόπαιας αγωνίας
μπροστά στην επιτύμβια στήλη
που γράφει πρόωρα τ’ όνομά τους.
Νομίζεις πως στέκονται ανάμεσα
σε αόρατες ράγες που δεν πάνε
παραπέρα απ’ τον ήχο του όπλου
και το θάνατο. Ανάμεσα σε
στιλπνούς κάλυκες και κοπάδια
από σκοτεινές ύαινες με αποτρόπαια
αποτυπώματα.

Αν καταφέρουν να τρέξουν
κατά το δάσος, θα τα προλάβει
η χλόη και το κόκκινο δειλινό
θα γίνει χαμένο λυχνάρι μπροστά
στην ψυχή τους.

Προσπαθώ να υψώσω ένα σπασμωδικό
«αλληλούια», για να ξορκίσω το δρεπάνι
που πλησιάζει βλοσυρά τα σμιχτά τους
βλέφαρα, την ώρα που με ρωτούν «θα
ξαναβγεί, κύριε, το χέρι μου;».

 

Πού να βρεις το στίγμα μιας
ανέμελης παιδικής προσευχής
πριν απ’ τον ζεστό βραδινό ύπνο,
με τα χέρια ενωμένα γλυκά πάνω
στο στήθος και μια κούκλα
στο μέρος της καρδιάς.

Πώς να θαμπώσεις το τζάμι
του μέλλοντος, που τα περιμένει
με θαυμαστικά, όπως τους ταιριάζει.  


Γιώργος Τσακιράκης Κρης

 
 

Ο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Ο ΠΙΝΔΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ


Ειρήνη εσύ βαθύπλουτη
και των θεών καμάρι,
όσο αργείς σε λαχταρώ,
και τρέμω μην πλακώσουν με
των γερατειών τα βάρη, 
χωρίς να σε χαρώ.
πριν δω γιορτές περίχαρες,
χορούς στα τόσα χρόνια.
Στην χώρα μου έλα, ποθητή!
κι απ' εδώ μέσ' απόδιωξε 
 την άχαρη διχόνοια,
την στάση την φρικτή 

Ευριπίδης 

*

.........
πράγμα γλυκό για τους ανήξερους
ο πόλεμος, μ' αυτός που τον δοκίμασε
τον τρέμει στην ψυχή του περισσά
καθώς ζυγώνει
να βασιλεύει τη γαλήνη κάνοντας
στης πολιτείας τη ζωή καθένας,
της Ησυχίας που μεγαλώνει τις καρδιές
το χαρωπόν ας χαίρεται το φέγγος
βγάζοντας απ' το νου του την οργιστική
διχόνοια, που φέρνει τη φτώχεια
και την εχθρική τροφό της νιότης. 

Πίνδαρος 

*

Στον καιρό της Ειρήνης
τα παιδιά θάβουν τους γονείς τους
αλλά στον καιρό του πολέμου
οι γονείς θάβουν τα παιδιά τους.

Ηρόδοτος

ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ, ΟΥΟΛΕ ΣΟΥΙΝΚΑ



Τηλεφωνική συνομιλία

Η τιμή έδειχνε λογική, η τοποθεσία
αδιάφορη. Η σπιτονοικοκυρά ορκιζόταν
πως ζούσε μόνον απ’ τα νοίκια. Τίποτα
δεν έμενε παρά μια αυτοεξομολόγηση.
«Κυρία», προειδοποίησα «μισώ
το χαμένο πήγαινε – έλα, είμαι αφρικανός».
Σιωπή. Βουβή μεταβίβαση αναγκαστικής
καλής ανατροφής. Η φωνή, σαν ήρθε,
ντυμένη με κραγιόν, με μακριά πίπα
χρυσοστόλιστη, τσίριξε. Ένιωσα απαίσια.
«ΠΟΣΟ ΣΚΟΥΡΟΣ;»… Δεν είχα ακούσει
λάθος.. «ΕΙΣΘΕ ΛΙΓΟ Ή ΠΟΛΥ ΣΚΟΥΡΟΣ;»
Κουμπί Β. κουμπί Α. Δυσωδία
ταγγής ανάσας δημοσίου δέρματος-
και- λόγου. Κόκκινο παράπηγμα.
στην κολώνα κόκκινο κουτί. Κόκκινο
λεωφορείο δίπατο, που συντρίβει
την πίσσα. Ήταν αληθινό! Ντροπιασμένος
απ’ την κακότροπη σιωπή, παραδίνομαι
άναυδος να ζητώ απλούστευση.
Συντηρητική καθώς ήταν ποίκιλλε
την έμφαση – «ΕΙΣΘΕ ΣΚΟΥΡΟΣ;
Ή ΠΟΛΥ ΑΝΟΙΧΤΟΣ;». Η αποκάλυψη
ήρθε. «εννοείτε – σαν απλή ή γαλακτερή
σοκολάτα;». Η συναίνεσή της ήταν
κλινική, που τσακιζόταν στην ελαφριά της
απροσωπία. Αμέσως, τακτοποιώντας
τα πόδια μου, φώναξα. «σουπιά
της Δυτικής Αφρικής» - κι ύστερα από λίγο,
«κάτω, στο διαβατήριό μου…». Σιωπή
για φασματοσκοπική πτήση της φαντασίας
μέχρι που η αλήθεια πρόβαλε σκληρή
στην προφορά της απάνω στο ακουστικό.
«ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;» παραδεχόμενη, «ΔΕΝ
ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ». «Σα μελαχρινή».
«ΕΙΝΑΙ ΣΚΟΥΡΟ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ;»
«Όχι ακριβώς. Στο πρόσωπο, είμαι
μελαχρινός, αλλά, Κυρία, θα ’ταν
καλό να δείτε μόνη σας το υπόλοιπο
του εαυτού μου. Η παλάμη του χεριού μου,
οι πατούσες των ποδιών μου είναι ένα
υπεροξείδιο ξανθό. Η τριβή
απ’ το κάθισμα
– ανόητο, Κυρία- έχει κάνει την έδρα μου
Κορακίσια μαύρη. Μια στιγμή, Κυρία!» -
παίρνοντας είδηση πως το ακουστικό της
πήγαινε πίσω στη θέση του – «Κυρία»,
παρακάλεσα πολύ, «θα θέλατε
καλύτερα μονάχη σας να ’δείτε;»

Wole Souinka

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΑ Ή ΧΑΡΙΤΕΣ, ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ / ΕΙΡΗΝΗ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ



Από τον «Ιέρωνα» ή «Χάριτες», Θεόκριτος

Κι οι πολιτείες που αφάνισαν του αντίμαχου τα χέρια,
σαν πρώτα να κατοικηθούν απ’ τους παλιούς πολίτες∙
τα καρπερά χωράφια τους να οργώνουν∙ όλο πάχος
απ’ το χορτάρι, οι αμέτρητες χιλιάδες των προβάτων
στις λάκκες να βελάζουνε∙ γυρνώντας τα γελάδια,
 το βράδυ, πιο γοργό να κάνουν τον διαβάτη∙
Ν’ αυλακωθεί για τη σπορά το χώμα, όταν τζιτζίκι
λαλεί μεσημεριάτικα στ’ ακρόκλωνα, κοιτώντας
κρυφά απ’ τα δέντρα τους βοσκούς∙ να σκεπαστούν μ΄αράχνες
τα όπλα και μήτε τ’ όνομα να υπάρχει του πολέμου! 

***

Ειρήνη

Ντύθηκα 
την πανοπλία της Ειρήνης,
για να υπάρχει ζεστό παραγώνι,
να κάτσει
να ονειρευτεί ο έφηβος,
να πεθυμήσει τη νιότη ο γέρος,
να σταλιάσει ο βρεγμένος δουλευτής,
ν' ακούσουν το παραμύθι της φωτιάς
οι άγουρες παιδούλες.

ΕΙΡΗΝΗ, Γκαμπριέλ Οκάρα


Ειρήνη

Κοιτάτε!
Κοιτάτε εσείς εκεί, πέρα.
στον κάδο μέσα.
Στον σκουριασμένο κάδο
με το ακάθαρτο νερό.

Κοιτάτε!
Ένας δίσκος φωτεινός πλέει -
το φεγγάρι. χορεύοντας
στο αβρό νυχτιάτικο αγέρι.
Κοιτάτε, όλοι εσείς
που βγάζετε κραυγή κατά τον τοίχο
μ' ασήκωτα μίση. Κοιτάτε,
το φεγγάρι που χορεύει.

Είναι η Ειρήνη, αμόλευτη
από το ζόφο και το ρύπο
αυτού του κάδου, του πολέμου.

Γκαμπριέλ Οκάρα