Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

ΕΙΡΗΝΗ, ΕΙΡΗΝΗ


Ειρήνη εσύ, βαθύπλουτη και πρώτη
απ’ τους μακάριους θεούς, στην ομορφιά,
αργείς να ’ρθεις, κι εγώ σε λαχταρώ.
Φοβούμαι
των γηρατιών τα βάσανα μη με δαμάσουν,
την άνθιση της χάρης σου πριν αντικρύσω
και κώμους φιλοστέφανους κι ωραίων
χορών τραγούδια.
Έλα, σεβάσμια θεά, στην πόλη αυτή, σε ικετεύω,
τη μισητή διχόνοια διώξε από τα σπίτια,
τη φρενιασμένη διώξε αμάχη, που χαρά της
τ’ ακονισμένο σίδερο είναι.
Για πόλεμο όταν είναι να ψηφίσει ο λαός –
όλο βάζει με το νου του τ’ αλλουνού το κακό –
ενώ, αν την ώρα που ψηφίζουν, τους έπεφτε στα μάτια
ίσκιος θανάτου – από μανία πολέμου
ποτέ δε θα χανότανε η Ελλάδα.
Ωστόσο, ξέρουν όλοι, ποια απ’ τις δυο
γνώμες η ανώτερη είναι,
ξεχωρίζουν το καλό απ΄ το κακό,
και πόσο για όλους καλύτερη απ’ τον πόλεμο
είν’ η ειρήνη,
αγαπητή στις  Μούσες πρώτα πρώτα,
μισητή στις ποινές –
κι είναι εύφρανσή της το παιδοβόλι, ο πλούτος,
η χαρά της.
Και παρατώντας όλ’ αυτά, οι ανόητοι,
πολέμους ξεσηκώνουμε
και δούλο κάνουμε αυτόν που αδύναμο θα δούμε,
άντρας τον άντρα και την πόλη η πόλη.

Αριστοφάνη, Ειρήνη